Συνέντευξη της Ευφροσύνης Μαστόκαλου στο Fairytales και τον δημοσιογράφο Νίκο Κολίτση



Ευφροσύνη Μαστρόκαλου: "O θάνατος σταματά να είναι μόνο απώλεια και γίνεται πεδίο επικοινωνίας με τον εαυτό μας, με τους άλλους, με το παρελθόν"
H σκηνοθέτρια Ευφροσύνη Μαστρόκαλου, με όχημα μία "Αγγελία Θανάτου", μετατρέπει τη θεατρική σκηνή σε τόπο όπου... "το αόρατο γίνεται αισθητό και οι διαφορετικές γλώσσες συναντιούνται σε μία κοινή: τη γλώσσα της ανθρώπινης εμπειρίας". Γιατί όταν..."ο ηθοποιός εκτείθεται χωρίς ακκισμούς, με συγκέντρωση και με εντιμότητα, είναι ολοκληρωτικά παρόν στη στιγμή, όταν δεν «παίζει» ψεύτικα ή μηχανικά και δε στηρίζεται μόνο στις λέξεις αλλά σε ολόκληρη την ψυχοσωματική του έκφραση, το προσωπικό του βίωμα υπερβαίνει τα όριά του και αγγίζει κάτι αναγνωρίσιμο από όλους".


Αναφέρετε πως σας τράβηξε η «Αγγελία Θανάτου» όχι ως έργο αλλά ως ρωγμή. Αν το θέατρο είναι ρωγμή, τι βρίσκεται πίσω της; Το σκοτάδι, το φως ή κάτι άλλο;


Η «Αγγελία Θανάτου» με τράβηξε ως ρωγμή, γιατί δεν προσφέρει αφηγηματική λύτρωση, αλλά ανοίγει ένα κενό μέσα μας. Ο Heiner Müller, με τη γλώσσα και τη δομή του, ανοίγει αυτή τη ρωγμή και μας φέρνει αντιμέτωπους με τον θάνατο, την Ιστορία, την απώλεια νοήματος, χωρίς παρηγοριά.

Πίσω από αυτή τη ρωγμή, δεν υπάρχει ούτε μόνο σκοτάδι ούτε μόνο φως, αλλά η ένταση ανάμεσά τους – ο χώρος όπου συγκρούονται το ζωντανό και το νεκρό, το παρόν και το παρελθόν, ο λόγος και η σιωπή. Οι θεατές δεν παρακολουθούν απλώς, αλλά βιώνουν τον κατακερματισμό της πραγματικότητας, όπου τίποτα δεν είναι βέβαιο.

Πίσω από τη ρωγμή υπάρχει η ίδια η απουσία νοήματος, η διάλυση του λόγουκα ι μέσα από αυτήν ίσως αναδύεται μια νέα μορφή «αλήθειας». Το θέατρο παύει να είναι απλή αναπαράσταση και γίνεται υπαρξιακή εμπειρία για ηθοποιό και θεατή: μια στιγμή όπου κάτι μέσα μας ραγίζει, σπάει και ανοίγει δρόμο για μία άλλη σύνδεση με αυτό που συμβαίνει στη σκηνή.


Ο τίτλος της παράστασης εμπεριέχει κάτι οριστικό, όμως το σκηνικό σας σύμπαν φαίνεται να αναζητά λύτρωση. Πιστεύετε πως η τέχνη μπορεί να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με το τέλος;


Η τέχνη δεν συμφιλιώνει τον άνθρωπο με το τέλος, έτσι όπως το φανταζόμαστε, μπορεί όμως να του δείξει έναν δρόμο να το αντιμετωπίσει. Στην «Αγγελία Θανάτου» ο θάνατος είναι αμετάκλητος, αλλά το θέατρο, ως ζωντανή πράξη, ανοίγει ένα παράθυρο στη δυνατότητα να υπάρχουμε, όσο διαρκεί η παράσταση και μετά το τέλος.

Η λύτρωση που προσφέρει η τέχνη δε νικά τον θάνατο, μας επιτρέπει, όμως, να τον κοιτάξουμε κατάματα, να τον αντιληφθούμε χωρίς φόβο και να τον μεταμορφώσουμε σε κάτι ποιητικό. Στην «Αγγελία Θανάτου» ο θάνατος σταματά να είναι μόνο απώλεια και γίνεται πεδίο επικοινωνίας – με τον εαυτό μας, με τους άλλους, με το παρελθόν. Κάθε σκηνική στιγμή γεννά ζωή μέσα από το τέλος. Η δράση επί σκηνής δεν καταργεί τον θάνατο, τον μεταμορφώνει σε λόγο, κίνηση, ανάσα. Ίσως εκεί βρίσκεται μια μορφή λύτρωσης: όχι γιατί ξεπερνάμε το τέλος, αλλά γιατί, για μια στιγμή, το μοιραζόμαστε και αυτό το μοίρασμα είναι πάντα μια μικρή νίκη απέναντι στην ακινησία και τη σιωπή.
"Αγγελία θανάτου¨ στο Tzamia Krystalla


Αν ο θάνατος είχε σκηνοθετική ματιά, πώς νομίζετε ότι θα έστηνε τη δική του παράσταση; Ποιο ρόλο θα σας ανέθετε και για ποιο λόγο;


Αν ο θάνατος σκηνοθετούσε μια παράσταση, φαντάζομαι πως δε θα ήταν σκοτεινή ή τρομακτική. Θα ήταν κάτι λιτό, γυμνό από στόμφο, μια σιωπηλή σκηνή όπου όσα θεωρούμε δεδομένα θα αποκτούσαν μία άλλη, αναπάντεχη διάσταση, μια παράσταση που θα στηριζόταν περισσότερο στην παύση παρά στη δήλωση, περισσότερο στο άκουσμα παρά στην εξήγηση.

Αν μου ανέθετε ρόλο, θα ήθελα να με τοποθετήσει στη θέση ενός Αγγέλου ή ενός Φαντάσματος – όπως στη δική μας παράσταση. Ενός προσώπου που μεταφέρει ένα μήνυμα που δεν το κατανοεί πλήρως, γιατί δεν είναι πληροφορία αλλά κάλεσμα σε επίγνωση, σε σιωπή, σε εσωτερική μετατόπιση. Ένας τέτοιος ρόλος θα μου επέτρεπε να γίνω η φωνή του αόρατου, ένας σύνδεσμος ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και σε αυτό που έρχεται μετά.

Ίσως γιατί, στην πραγματικότητα, όλοι στεκόμαστε έτσι απέναντι στο θάνατο: σαν φορείς ενός μηνύματος που κουβαλάμε στη ζωή μας χωρίς να μπορούμε να το συλλάβουμε ολοκληρωτικά, χωρίς να μας φαίνεται πραγματικά αληθινό.

Οι άγγελοι –ή τα φαντάσματα– λειτουργούν ως γέφυρα ανάμεσα στον ατομικό πόνο και το συλλογικό τραύμα, υπενθυμίζοντας πως ό,τι χάνεται συνεχίζει να μιλά μέσα από εμάς.


Μιλάτε για τη μνήμη, την απουσία, την ενοχή και την επιθυμία για λύτρωση. Ποιο από αυτά τα τέσσερα στοιχεία λειτουργεί ως «καρδιά» της παράστασης;


Αν έπρεπε να ονομάσω την «καρδιά» της παράστασης, θα έλεγα πως είναι η μνήμη – η δύναμη που κρατά ζωντανό ό,τι έχει χαθεί. Μέσα από τη μνήμη φωτίζονται όλα τα υπόλοιπα στοιχεία: η απουσία αποκτά υλικότητα, η ενοχή γίνεται πιο καθαρή και η επιθυμία για λύτρωση αναδεικνύει το νόημά της.

Η μνήμη επιτρέπει στο παρελθόν να κατοικεί στο παρόν και δημιουργεί αυτό το κρίσιμο ρήγμα ανάμεσα στη θύμηση και τη λήθη. Εκεί γεννιέται η ένταση της παράστασης, καθώς οι θεατές καλούνται να σταθούν απέναντι στον χρόνο και την απώλεια, χωρίς να χάνουν την αίσθηση της δικής τους εσωτερικής «αλήθειας».






Κάθε παράσταση είναι ένα είδος τελετής μνήμης. Πώς διαχειρίζεστε τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη θεατρική πράξη και το τελετουργικό βίωμα;


Η σκηνή οφείλει να παραμένει χώρος δράσης και αφήγησης, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργεί συνθήκες συνάντησης με κάτι «υπερβατικό» – όχι με τη θρησκευτική έννοια, αλλά με την έννοια μιας εμπειρίας που ξεπερνά τα όρια και τη λογική της καθημερινότητας και αγγίζει μια βαθύτερη, εσωτερική διάσταση. Το τελετουργικό στοιχείο αναδύεται, όταν η σκηνή γίνεται πεδίο όπου μνήμη, απουσία, ενοχή και πιθανή λύτρωση αποκτούν μορφή και ένταση.

Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στο θέατρο και σε μια οιονεί τελετή μνήμης διατηρείται μέσα από συνειδητή πρόθεση: η παράσταση παραμένει θεατρική πράξη, αλλά επιτρέπει συνάμα ένα άνοιγμα όπου το κοινό μετακινείται για λίγο έξω από τη συνηθισμένη πραγματικότητά του και συμμετέχει με τη φαντασία, το σώμα και την ευαισθησία του. Αυτό ακριβώς το πέρασμα από το καθημερινό σε κάτι «άλλο» ανοίκειο, συνιστά το τελετουργικό βίωμα.


Οι δύο ηθοποιοί μιλούν διαφορετικές γλώσσες, όμως συνομιλούν μέσω σιωπών, κινήσεων και βλέμματος. Πόσος λόγος χρειάζεται για να ειπωθεί η αλήθεια επί σκηνής;


Η αλήθεια στη σκηνή δεν απαιτεί πάντα λόγια. Παρότι οι δύο ηθοποιοί μιλούν διαφορετικές γλώσσες, επικοινωνούν πραγματικά μέσα από τις σιωπές, τα βλέμματα και τις κινήσεις τους. Ο λόγος μπορεί να φωτίσει ή να καθοδηγήσει, αλλά αυτό που άμεσα αγγίζει τον κάθε θεατή ξεχωριστά γεννιέται από το σώμα και την παρουσία, από τη στιγμή.

Είναι η σιωπή που αποκαλύπτει, το βλέμμα που μιλά πρώτο, η κίνηση που εκφράζει όσα οι λέξεις δεν μπορούν να χωρέσουν. Σε αυτές τις στιγμές, η σκηνή γίνεται τόπος όπου το αόρατο γίνεται αισθητό και οι διαφορετικές γλώσσες συναντιούνται σε μία κοινή: τη γλώσσα της ανθρώπινης εμπειρίας.


Αναφέρετε ότι «οι φωνές, οι σιωπές, τα σώματα λειτουργούν ως ίχνη διαλόγου». Αν το σώμα είναι γλώσσα, ποια λέξη ή φράση θα θέλατε να προφέρει η παράσταση;


Μέσα από τις σιωπές, τα βλέμματα και την κίνηση, το σώμα εκφράζει όσα οι λέξεις συχνά αδυνατούν να αρθρώσουν: την ανάγκη για σύνδεση, την αναγνώριση της παρουσίας του άλλου, την επικοινωνία που συμβαίνει πέρα από το λόγο. Είναι ένα μήνυμα που φτάνει κατευθείαν στον θεατή, γεφυρώνοντας την απόσταση μεταξύ σκηνής και κοινού.

Αν το σώμα είναι γλώσσα, θα ήθελα η παράσταση να προφέρει τη φράση: «Σε βλέπω, είμαι εδώ». Μια φράση που συμπυκνώνει την ουσία της παρουσίας και της σχέσης –μια επικοινωνία που υπερβαίνει τη φυσική ή λεκτική επαφή και αγγίζει εκείνο το «αόρατο νήμα» ενέργειας που μας συνδέει με κάτι μεγαλύτερο από εμάς τους ίδιους.


Οι στιγμές που οι χαρακτήρες αγγίζονται «έμμεσα», σαν να διαισθάνονται ο ένας την ύπαρξη του άλλου, έχουν έναν σχεδόν ονειρικό παλμό. Πώς καθορίζετε τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην απόσταση και την ένωση;


Η ισορροπία ανάμεσα στην απόσταση και την ένωση γεννιέται από την απόλυτη προσοχή στη στιγμή και στην αίσθηση του σώματος του άλλου. Στην παράσταση, οι δύο ηθοποιοί δεν αγγίζονται άμεσα, όμως η επαφή υπάρχει μέσα από τα βλέμματα, τις κινήσεις και τις σιωπές, σαν να αισθάνονται ο ένας την παρουσία του άλλου πέρα από το ορατό.

Αυτή η συνθήκη δημιουργεί μια σκηνική «μουσική» που παίζεται στις παύσεις. Εκεί, στο διάστημα ανάμεσα στις κινήσεις, γεννιέται ένας ονειρικός παλμός: η ένωση γίνεται αισθητή χωρίς να πραγματοποιείται κι έτσι η ένταση της σύνδεσης μεγαλώνει ακριβώς, επειδή παραμένει ανολοκλήρωτη.

Η φυσική απόσταση ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς γεμίζει τον χώρο με μία υπόγεια αλλά έντονη ενέργεια. Μια σιωπηλή επικοινωνία που δεν εκφράζεται ευθέως, αλλά μεταδίδεται σαν υπαινιγμός, σαν μια ένταση που υπάρχει πριν ακόμη εμφανιστεί. Αυτή η αίσθηση παρουσίας χωρίς άγγιγμα δημιουργεί το ονειρικό, σχεδόν υπερβατικό, κλίμα της παράστασης –μια δόνηση που φτάνει κατευθείαν στον θεατή.



Αν η παράσταση ήταν ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο ψυχές -κι όχι σε δύο ηθοποιούς- ποια θα ήταν η πρώτη και ποια η τελευταία φράση τους;



Αν η παράσταση ήταν ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο ψυχές, η πρώτη φράση θα ήταν: «Σε βλέπω. I can see you» και η τελευταία φράση: «Είμαι εδώ. You can’t see me, but I am here» / «Δεν μπορείς να με δεις, αλλά είμαι εδώ».

Η παράσταση φαίνεται να κινείται ανάμεσα στο προσωπικό τραύμα και το συλλογικό ασυνείδητο. Πώς μετατρέπεται το ατομικό βίωμα του ηθοποιού σε κάτι που ανήκει τελικά σε όλους;



Το κείμενο του Müller φέρει προσωπικές τραυματικές μνήμες που συνδέονται βαθιά με ιστορικά και κοινωνικά τραύματα. Μέσα από τη γλώσσα, το προσωπικό πένθος μεταμορφώνεται σε καθρέφτη του συλλογικού βιώματος: εκεί όπου η ατομική απώλεια συναντά την ιστορική πληγή. Για τον Müller, το τραύμα δεν είναι μια αποκλειστικά ιδιωτική εμπειρία. Είναι ένας διάδρομος που ενώνει το άτομο με την ιστορία και το συλλογικό ασυνείδητο.

Στην παράσταση, αυτή η συνάντηση πραγματοποιείται μέσα από την αλήθεια του σώματος, της φωνής και της παρουσίας του ηθοποιού. Όταν ο ηθοποιός εκτείθεται χωρίς ακκισμούς, με συγκέντρωση και με εντιμότητα, είναι ολοκληρωτικά παρόν στη στιγμή, όταν δεν «παίζει» ψεύτικα ή μηχανικά και δε στηρίζεται μόνο στις λέξεις αλλά σε ολόκληρη την ψυχοσωματική του έκφραση, το προσωπικό του βίωμα υπερβαίνει τα όριά του και αγγίζει κάτι αναγνωρίσιμο από όλους. Το κοινό δε «βλέπει» απλώς τον ηθοποιό, αναγνωρίζει μέσα στη σκηνική πράξη δικές του μνήμες, φόβους και απώλειες.

Ο ηθοποιός, δηλαδή, λειτουργεί σαν αγωγός: μεταφέρει το ατομικό στο συλλογικό. Η προσωπική του εμπειρία γίνεται «αγγελία» ενός ευρύτερου τραύματος και το βιωματικό στοιχείο αποκτά γενική ισχύ  –κάτι που ανήκει σε όλους.








Αν ο θεατής μπορούσε να πάρει μαζί του ένα μόνο συναίσθημα φεύγοντας από την αίθουσα, ποιο θα θέλατε να είναι;


Στην «Αγγελία Θανάτου», η αυτοκτονία της Inge Müller δεν παρουσιάζεται μόνο ως μια προσωπική τραγωδία. Στο έργο του Heiner Müller η ατομική απώλεια γίνεται ένας καθρέφτης του συλλογικού τραύματος της Γερμανίας: της βίας, της καταπίεσης και των πληγών που άφησαν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο ναζισμός. Με έναν ποιητικό και αφαιρετικό τρόπο, ο Müller συνδέει το προσωπικό πένθος με τη μεγάλη ιστορική πληγή, δείχνοντας πως η καταστροφή μιας ζωής δεν είναι αποκομμένη από το σκοτάδι μιας ολόκληρης εποχής.

Η αυτοκτονία της γυναίκας λειτουργεί έτσι ως σύμβολο της κοινής ανθρώπινης απόγνωσης, φωτίζει την ευάλωτη φύση μας και τις σιωπηλές απώλειες που κουβαλάμε, είτε ως άτομα είτε ως συλλογικότητες. Αυτό το συναίσθημα: η αναγνώριση του προσωπικού και συλλογικού τραύματος, θα ήθελα να συνοδεύει τον θεατή, όταν φεύγει από την αίθουσα. Μια συγκινητική επίγνωση του πόσο εύθραυστη και ευάλωτη είναι η ανθρώπινη ύπαρξη και του πόσο βαθιά μας ενώνει η θλίψη και ο κοινός μας πόνος.

Aν η «Αγγελία Θανάτου» ήταν ένα όνειρο που επαναλαμβάνεται, σε ποιο σημείο του ονείρου θα ξυπνούσατε εσείς;


Αν θεωρήσουμε την «Αγγελία Θανάτου» ως ένα όνειρο που επιστρέφει ξανά και ξανά, τότε το σημείο στο οποίο θα «ξυπνούσα» δε θα ήταν τυχαίο. Θα ήταν μια στιγμή συγκίνησης ή συνειδητοποίησης όπου κάτι κορυφώνεται. Μια στιγμή όπου η εικόνα και το νόημα του ονείρου συναντιούνται και αποκαλύπτουν κάτι ουσιαστικό τόσο για το πρόσωπο του ονείρου όσο και γι’ αυτόν που ονειρεύεται. Για μένα, αυτή η στιγμή βρίσκεται στην εικόνα «μου έφτανε να απλώσω τα χέρια, παρασυρμένος από τον αέρα όπως ένας άγγελος». Εκεί το κείμενο σταματά να περιγράφει απλώς μια σκηνή και γίνεται κάτι πιο εσωτερικό, σχεδόν μυστικιστικό – μια αίσθηση βαθύτερης πνευματικότητας ενός «άλλου» κόσμου. Είναι το σημείο όπου ο αφηγητής αφήνεται, έστω και για μια αναπνοή, στην ελευθερία, στην ελαφρότητα, σε μια αίσθηση παραδοχής και ταυτόχρονα υπέρβασης.

Αν το όνειρο επαναλαμβανόταν, θα ήθελα να ξυπνώ ακριβώς εκεί: στη στιγμή που το σώμα και η ψυχή μοιάζουν να απελευθερώνονται από το βάρος της πραγματικότητας. Γιατί εκεί γεννιέται κάτι, εκεί εμφανίζεται η βαθύτερη αλήθεια του ονείρου: η επιθυμία για λύτρωση, η ανάγκη να πιστέψουμε ότι μπορούμε, έστω για λίγο, να αιωρηθούμε πάνω από όσα μας βαραίνουν. Είναι η πιο τρυφερή και ταυτόχρονα η πιο αποκαλυπτική στιγμή, μια στιγμή που αξίζει να «ξυπνήσει» κανείς, πριν το όνειρο χαθεί, αλλά αφού έχει προλάβει να δείξει κάτι από το φως του.

Νικος Κολίτσης  (Αρχισυντάκτης https://fairytalesforolderkids.blogspot.com/)




Ευφροσύνη Μαστρόκαλου: Στην «Αγγελία Θανάτου» η προσωπική οδύνη μετατρέπεται σε συλλογικό στοχασμό

CULTURENOW / 21-11-2025 / 15:42

Η Ευφροσύνη Μαστρόκαλου παρουσιάζει στο CultureNow την «Αγγελία Θανάτου» του Heiner Müller (Χάινερ Μύλλερ), μια παράσταση όπου δύο γλώσσες και δύο σώματα συνυπάρχουν στη σκηνή του Τζάμια Κρύσταλλα.

Η«Αγγελία Θανάτου» είναι ένα πεζό κείμενο του Heiner Müller. Οι πρώτες σελίδες εστιάζονται, μέσα σε ένα ρεαλιστικό αφηγηματικό πλαίσιο, στις επαναλαμβανόμενες απόπειρες αυτοκτονίας της ποιήτριας Inge Müller — συζύγου του συγγραφέα — που τελικά έθεσε τέρμα στη ζωή της το 1966. Στο συγκεκριμένο έργο η παρουσία της διαγράφεται ως φευγαλέα σκιά στο βίο του Müller.

Στη συνέχεια, το κείμενο απομακρύνεται από τον ρεαλισμό και μεταπηδά σε έναν εξωλογικό, ονειρικό και φαντασιακό κόσμο. Η αφήγηση γίνεται αποσπασματική, με αιφνίδιες μετατοπίσεις τόπου και χρόνου, σαν αναλαμπές μνήμης που διακόπτονται και επανέρχονται.
Η παράσταση βασίζεται στη συνύπαρξη δύο ηθοποιών: ενός Άγγλου, που ερμηνεύει το κείμενο στα αγγλικά, και ενός Έλληνα, που το ερμηνεύει στα ελληνικά. Οι δύο παρουσίες, που ταυτόχρονα λειτουργούν ως ένα ενιαίο σκηνικό σώμα, βρίσκονται σε διαρκή σχέση σύνδεσης και αλληλεπίδρασης. Μέσα από δύο παράλληλους κόσμους — δύο γλώσσες, δύο εκφραστικά μέσα — συνυπάρχουν δύο παράλληλες θεατρικές δράσεις ως μία χορογραφία ταυτότητας και ετερότητας μαζί.

Στη σκηνή διαμορφώνονται εσωτερικά τοπία φτιαγμένα από φωτοσκιάσεις αισθήσεων και συνειρμών· ένα κολάζ μνήμης και φαντασίας, χρονικά άλματα, αποσπασματικότητα και ρήγματα στη ροή, που αναδεικνύονται χάρη στο συντονισμό και την ευρηματικότητα των συντελεστών.

Αυτό που με τράβηξε αρχικά στην «Αγγελία Θανάτου» του Heiner Muller δεν ήταν το κείμενο ως έργο, αλλά ως ρωγμή, ως οιονεί πύλη προς μια προσωπική διερώτηση γύρω από τη μνήμη, την απουσία, την ενοχή, την επιθυμία για «λύτρωση».

Στην πορεία, η ατομική διερώτηση μετατοπίστηκε. Η διαδικασία των προβών, η παρουσία των δύο ηθοποιών με τις δικές τους γλώσσες, τα δικά τους σώματα, τις δικές τους χρονικότητες, έφερε στο προσκήνιο την ανάγκη να αρθρωθεί ένας χώρος συλλογικός, όπου το προσωπικό τραύμα διαπλέκεται με το συλλογικό ασυνείδητο· όπου η εμπειρία του ενός γίνεται καθρέφτης για τον άλλον· όπου το θέατρο δεν είναι μόνον τόπος αφήγησης, αλλά κυρίως τόπος  συνάντησης.
Η σκηνοθετική μου προσέγγιση βασίστηκε στην ιδέα της παράλληλης ύπαρξης. Οι δύο ερμηνευτές – ο ένας στην ελληνική, ο άλλος στην αγγλική γλώσσα – λειτουργούν ως δύο διακριτές, αλλά αλληλένδετες παρουσίες. Κατοικούν τον ίδιο χώρο διαφορετικά. Άλλοτε συνυπάρχουν χωρίς να συναντιούνται, άλλοτε τέμνονται σιωπηλά και άλλοτε ακουμπούν έμμεσα ο ένας τον άλλον – σαν να διαισθάνονται την ύπαρξη του «άλλου» χωρίς να την κατονομάζουν. Οι φωνές, οι σιωπές, τα σώματα, οι κινήσεις, τα βλέμματα, όλα λειτουργούν ως ίχνη διαλόγου.

Η σύνθεση της παράστασης στηρίχθηκε σε μικρές δομές, κινησιολογικά σκορ, εικόνες και παύσεις. Ό,τι προέκυψε, γεννήθηκε μέσα από την αλληλεπίδραση και τη ρευστότητα τόπου και χρόνου, όχι από τη βεβαιότητα. Με ενδιέφερε να χτίσουμε ένα πεδίο όπου η ταυτότητα και η ετερότητα συνυπάρχουν – όχι για να συμφιλιωθούν, αλλά για να διατηρήσουν την έντασή τους. Ένα πεδίο όπου ο μικρόκοσμος του ατομικού βιώματος μπορεί να αγγίξει το μακρόκοσμο του θεατή. Μέσα από το «μαζί» – έστω και χωρίς απάντηση.

Ο Heiner Müller (1929–1995), θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, διανοητής και σκηνοθέτης, μια από τις σημαντικότερες μορφές του γερμανικού και ευρωπαϊκού θεάτρου του 20ού αιώνα, μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο δικτατορίες – το ναζιστικό καθεστώς και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας – γεγονός που σημάδεψε βαθιά τόσο τη ζωή όσο και το έργο του. Γεννημένος στο Έππεντορφ της Σαξονίας, είδε τον σοσιαλδημοκράτη πατέρα του να συλλαμβάνεται από τούς Ναζί, ενώ ο ίδιος εξαναγκάστηκε να στρατολογηθεί τις τελευταίες εβδομάδες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η προσωπική του διαδρομή αντανακλά σχεδόν παραδειγματικά την πορεία της μεταπολεμικής Γερμανίας: από το τραυματικό τέλος του πολέμου στη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση και έως τη στιγμή που ολόκληρο το πολιτικό και πολιτισμικό οικοδόμημα της ΛΔΓ φτάνει στο τέλος του-στο ιστορικό «σημείο μηδέν» του 1989.

Ο Müller συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες φωνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, έχοντας συγκριθεί με τον Κάφκα, τον Μπρέχτ και τον Μπέκετ. Έχει χαρακτηριστεί «Μπέκετ της Ανατολικής Γερμανίας» και «ο σημαντικότερος διάδοχος του Μπρέχτ», ενώ η επιρροή του στο σύγχρονο και μεταμοντέρνο θέατρο, ιδίως στο μεταδραματικό, παραμένει καθοριστική.

Υπήρξε διευθυντής του Berliner Ensemble και της Akademie der Künste του Βερολίνου. Συνεργάστηκε με μεγάλους δημιουργούς όπως ο Ρόμπερτ Ουίλσον και ο Γιάννης Κουνέλλης και τιμήθηκε με πλήθος βραβείων. Παρ’ όλη τη διεθνή αναγνώριση, στη ΛΔΓ αντιμετώπισε σφοδρή κριτική για τον «ιστορικό πεσιμισμό» του, γεγονός που οδήγησε σε επανειλημμένες απαγορεύσεις των έργων του, έτσι, οι θεατρικές του παραστάσεις παρουσιάζονταν κυρίως στη Δύση.

Το έργο/γραφή του χαρακτηρίζεται από αποσπασματική δομή, πυκνό και συχνά αδιαφανές ποιητικό ύφος, καθώς και από ένα στοχασμό γύρω από τη βία, την ιστορία, τον πόλεμο, την επανάσταση και τις πολιτικές διαψεύσεις του 20ού αιώνα. Ο Müller απορρίπτει τα εύκολα νοήματα και επιδιώκει τη δημιουργία ερωτημάτων αντί απαντήσεων, σε απόλυτη συνάφεια με τη ρήση του Walter Benjamin ότι «το σημαντικό ποίημα έχει λίγα να πει σε όποιον νομίζει πως το καταλαβαίνει αμέσως».

Κεντρική ιδέα στο έργο του είναι ότι «η τέχνη ριζώνει στην επικοινωνία με τους νεκρούς» -όχι μόνο με όσους έζησαν και χάθηκαν, αλλά και με τα ενταφιασμένα ιστορικά τραύματα και τις πολιτισμικές παρακαταθήκες. Η τέχνη, για τον Müller, αποτελεί συνέχεια μιας μνήμης που επιβιώνει: «Χωρίς παρελθόν, κανένα μέλλον».

Το 1966, η αυτοκτονία της πρώτης συζύγου του, της συγγραφέως Inge Müller, με γκάζι στο σπίτι τους, σημάδεψε ανεξίτηλα την προσωπική και καλλιτεχνική του πορεία. Στην «Αγγελία Θανάτου» (Todesanzeige), ένα πεζό του κείμενο, η προσωπική οδύνη μετατρέπεται σε συλλογικό στοχασμό πάνω στη μνήμη, την απώλεια και την ιστορία, συνδέοντας το ιδιωτικό τραύμα με το συλλογικό, με τον ευρύτερο πολιτικό και υπαρξιακό αναστοχασμό.


Δεκ 4, 2025Κωνσταντίνος ΑβράμηςΣυνεντεύξεις

Κουβεντιάζοντας με την Ευφροσύνη Μαστρόκαλου
Επιμέλεια Συνέντευξης: Κωνσταντίνος Αβράμης



Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη χαρά να φιλοξενεί την Ευφροσύνη Μαστρόκαλου και να κουβεντιάζει μαζί της με αφορμή την παράσταση “Αγγελία Θανάτου” που σκηνοθέτησε και η οποία και η οποία ολοκληρώνεται αυτή την Κυριακή 7 Δεκεμβρίου στο Τζάμια-Κρύσταλλα.


Σε τι συνίσταται η επιστροφή σας στα έργα του Heiner Müller μετά και το Medeamaterial (2018); Τι είναι αυτό που εντοπίζετε στα κείμενα του Γερμανού δραματουργού που δεν το βρίσκετε σε άλλα κείμενα;


Κεντρικός άξονας της έλξης που ασκεί το έργο του Heiner Müller είναι η γλώσσα του: βαθιά ποιητική, περιεκτική, υλική και σωματική. Η γλώσσα του Müller είναι κοφτή, πυκνή, άμεση, φορτισμένη με εικόνες και ρυθμούς. Δεν λειτουργεί απλώς ως φορέας νοήματος, αλλά ως μορφή, ρυθμός και ήχος ‒ένα υλικό που πρέπει να δουλευτεί με το σώμα, την αναπνοή, το πνεύμα και τη φαντασία του ηθοποιού. Γι’ αυτό και απαιτεί ενεργή ανάγνωση, συγκέντρωση, ακρόαση και ψυχοσωματική εμπλοκή. Η χρήση της γλώσσας στον Müller υπερβαίνει την κυριολεξία: η ίδια η γραφή, η μορφή της φράσης, η αρχιτεκτονική του λόγου αποκτούν συχνά μεγαλύτερη σημασία από αυτό που «λέγεται». Τα κείμενά του δεν προσφέρουν κλειστές δραματουργικές φόρμες, ούτε ψυχολογικά παιχνίδια ή παραδοσιακές αφηγήσεις. Δεν επιτρέπουν την απλή αναπαράσταση. Το υλικό του είναι ανεξάντλητο, «ανοιχτό», και σε ωθεί να αναζητήσεις αναγνώσεις που αποκαλύπτουν άλλες δυνατότητες προσέγγισης και ερμηνείας. Το «καταλαβαίνεις» και το «αισθάνεσαι» με ένα διαισθητικό τρόπο που ενεργοποιεί το σκηνοθέτη να επινοήσει τρόπους σύνθεσης που δεν είναι δεδομένοι. Κάθε επιστροφή στο ίδιο κείμενο, ακόμη και χρόνια μετά, αποκαλύπτει νέες δυνατότητες ανάγνωσης και σκηνικής μεταχείρισης. Τα έργα του Müller διερευνούν μια ιδιότυπη ποιητική-πολιτική ενέργεια: ποίηση, πολιτική σκέψη, φιλοσοφία και ιστορική συνείδηση συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο, απαιτητικό αλλά εξαιρετικά γόνιμο σύνολο. Η πολιτική του σκέψη είναι σκληρή και καθαρή, χωρίς ρητορεία· αντί για «θέσεις» δημιουργεί τοπία στοχασμού με μια διαύγεια που βλέπει το κόσμο από μέσα στην πληγή του. Η μικροϊστορία και η μακροϊστορία για εκείνον δεν είναι αφήγηση, αλλά τραύμα που διαπερνά το παρόν.

Η παράσταση δεν εξελίσσεται σε γραμμική ροή. Ποια είναι η θέση σας για τον χρόνο στις παραστατικές τέχνες; Πως διαφέρει ο χρόνος των έργων σας από τον χρόνο της ζωής;


Ο χρόνος στο θέατρο δεν με απασχολεί ως γραμμική αφήγηση, αλλά ως υλικό: κάτι που μπορεί να τεντωθεί, να παγώσει, να διακοπεί, να αναστραφεί. Με ενδιαφέρει πώς μια στιγμή μπορεί να ανοίξει, να πολλαπλασιαστεί, να μεταμορφωθεί. Στη σκηνή έχουμε το προνόμιο να χειριστούμε το χρόνο, να πάμε κόντρα στον αντικειμενικό χρόνο, στο ρολόι της καθημερινότητας. Στα κείμενα του Heiner Müller ο χρόνος δεν είναι συνεχής, είναι διαρρηγμένος, κομμένος σε θραύσματα. Δεν λειτουργεί ως «πριν και μετά», αλλά ως ένα παρόν που περιέχει το παρελθόν, το μέλλον και τα φαντάσματά τους. Οι μορφές του μιλούν συχνά σαν να κατοικούν ταυτόχρονα σε πολλούς χρόνους ‒σαν να έχουν ήδη ζήσει όσα αφηγούνται και να τα αναβιώνουν με οξεία επίγνωση, όχι με νοσταλγία. Αυτή η πολυεπίπεδη και ποιητικά ασυνεχής χρονικότητα είναι κάτι που προσπαθώ να μεταφέρω και στην παράσταση. Στο θέατρο, ένα δευτερόλεπτο σιωπής μπορεί να γίνει ολόκληρο λεπτό έντασης, μια εικόνα μπορεί να συμπυκνώσει δεκαετίες. Τέτοιες μετατοπίσεις δεν υπάρχουν στη ζωή, όπου είμαστε δέσμιοι μιας ροής που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Στα έργα του Müller, η γραμμικότητα απογυμνώνεται ως ψευδαίσθηση: η Ιστορία δεν προχωρά ‒επιστρέφει. Ο μύθος δεν κλείνει ‒ξανανοίγει. Το τραύμα δεν εξαφανίζεται ‒επανέρχεται με άλλο πρόσωπο. Ο χρόνος της ζωής «συμβαίνει». Ο χρόνος του θεάτρου μπορεί να κατασκευαστεί, να επινοηθεί. Με ενδιαφέρει ο χρόνος ως ενέργεια, ως δυναμικό πεδίο, ως πεδίο σύγκρουσης και μνήμης, ως κάτι που μπορεί να γίνει ποιητικό, απειλητικό, αέναο ή στιγμιαίο. Μέσα από αυτήν τη χειρονομία επιθυμώ να δείξω ότι ο θεατρικός χρόνος δεν είναι δεδομένος, δεν μιμείται τη ζωή και να φτάσω πιο κοντά σε αυτό που ο Müller κάνει τόσο ριζικά. Να ξεδιπλώσω το χρόνο ως πολυεπίπεδη χρονικότητα για να φωτίσει κάτι πιο «αληθινό», πιο βαθύ: ότι η γραμμική πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση.

Για πολλά χρόνια υπηρετήσατε το θεατρικό σύμπαν του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Τι σας οδήγησε να μετατοπιστείτε προς ένα διαφορετικό είδος θεάτρου;


Η συνεργασία με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό άνοιξε ορίζοντες, γέννησε ιδέες και προβληματισμούς, όξυνε τη δραματουργική φαντασία, πρόσφερε ερεθίσματα και υπήρξε πηγή έμπνευσης στην εξέλιξή μου. Εάν υπάρχουν κάποια διαφορετικά χαρακτηριστικά ανάμεσα στη δουλειά του και στη δουλειά μου, αυτά καθορίστηκαν από επιλογές που προκύπτουν ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες. Το βέβαιο είναι ότι η συνεργασία μου μαζί του αποτελεί ένα βασικό κεφάλαιο της θεατρικής μου εκπαίδευσης και διαδρομής.





Οι ηθοποιοί φάνηκαν λεπτομερώς ασκημένοι και ενδελεχείς. Ποιες ποιότητες αναζητάτε σε έναν ή μία ηθοποιό και ποιες δεξιότητες είναι, ίσως, αδιάφορες για το δικό σας θέατρο;


Σε έναν ηθοποιό αναζητώ πρώτα απ’ όλα την ικανότητα να σταθεί στο κενό, να λειτουργήσει μέσα στα θραύσματα και στις ρωγμές, στην ασυνέχεια της γραφής. Αυτή η ικανότητα να υποστηρίζει την ποίηση χωρίς να την εξηγεί είναι για μένα καθοριστική. Δεξιότητες που αφορούν την ψυχολογική ταύτιση, την αναλυτική κατασκευή «χαρακτήρων» ή την ακριβή ρεαλιστική απεικόνιση αναπαράσταση είναι λιγότερο κρίσιμες. Η δραματουργία του Müller δεν οργανώνεται γύρω από χαρακτήρες, αλλά  γύρω από ιδέες, εικόνες και εντάσεις. Ο ηθοποιός καλείται να γίνει γέφυρα ανάμεσα στη γλωσσική μορφή και στη σκηνική ενέργεια, όχι φορέας μιας ενιαίας αναγνωρίσιμης ταυτότητας. Αυτό προϋποθέτει η παρουσία του ηθοποιού να έχει διαύγεια, να είναι καθαρή, απελευθερωμένη από ψυχολογικούς ρεαλισμούς. Ο ηθοποιός πρέπει να μπορεί να στηρίξει τη γραφή χωρίς να την «ερμηνεύει» υπερβολικά, χωρίς ακκισμούς, να μην καταφεύγει σε εντυπωσιακές κινήσεις ούτε σε εύκολες ψυχολογικές λύσεις. Να μην «παίζει» ένα συναίσθημα, αλλά να του επιτρέπει να προκύψει μέσα από τη γλώσσα και το ρυθμό. Να μπορεί να σταθεί μέσα στο κενό της γραφής ‒εκεί όπου η λέξη δεν εξηγείται αλλά εκφέρεται, όπου το σώμα δεν αναπαριστά αλλά φέρει. Γι’ αυτό και αναζητώ δεξιότητες και εργαλεία για τη διαχείριση της γλώσσας ως υλικό και όχι ως μέσο μίμησης. Αυτό προϋποθέτει απαιτητικές δεξιότητες όπως: συγκέντρωση, προσοχή, εσωτερική σταθερότητα, ακρίβεια, συνέπεια, πειθαρχία και μια σχεδόν
σωματική «ακουστική» ευαισθησία («listening-with-the-whole-body») απέναντι στη μορφή και στο ρυθμό του κειμένου. Στο θέατρο που με ενδιαφέρει, στο μεταδραματικό θέατρο, ο ηθοποιός δεν είναι φορέας «χαρακτήρα», αλλά φορέας λόγου, ρυθμού και σκηνικής ενέργειας ‒μεταφέρει ενέργεια και νοήματα, λειτουργώντας επιδέξια μέσα στο ποιητικό και πολιτικό φορτίο της γραφής.

Η «Αγγελία Θανάτου» προτείνει ένα πολύ ιδιαίτερο ήχο-τοπίο και έναν επιδραστικό σκηνικό κόσμο. Ποιο στοιχείο προηγείται χρονικά ή σημασιακά κατά την προετοιμασία ενός έργου σας; Από που εκκινείτε;


Ο Müller δεν προτείνει δράμα με την κλασική έννοια: δεν οργανώνει χαρακτήρες, δεν δημιουργεί ψυχολογικές συνέχειες, δεν επιδιώκει μίμηση. Το κείμενό του δεν λειτουργεί ως αναπαράσταση αλλά ως υλικό σκηνικής ενεργοποίησης, ως ένα «σώμα-κείμενο» που ζητά να συμβεί, όχι να αφηγηθεί. Γι’ αυτό και το σημείο εκκίνησης δεν μπορεί να είναι ούτε η πλοκή ούτε η αναγνωστική εμβάθυνση σε συναισθήματα και χαρακτήρες. Η γλώσσα προηγείται χρονικά και σημασιακά. Η προετοιμασία ξεκινά από τη γλωσσική και ρυθμική δομή του έργου: τις ασυνέχειες, τις παύσεις, τον παλμό, τις εσωτερικές δονήσεις, την αποσπασματικότητα και τη συμπύκνωσή του. Αυτά τα στοιχεία, που ο Müller χρησιμοποιεί ως φορείς μνήμης και τραύματος, αποτελούν το αρχικό πεδίο διερεύνησης. Δουλεύουμε με τους ηθοποιούς πρώτα το ρυθμό της γλώσσας, την αναπνοή της, τον τρόπο που σπάει ή αντιστέκεται. Από αυτόν το ρυθμό γεννιούνται όλα τα υπόλοιπα. Η σωματικότητα των ηθοποιών ανταποκρίνεται στις εντάσεις που ενσωματώνει το κείμενο ‒το σώμα γίνεται μνημονικό αρχείο και ταυτόχρονα χώρος αντίστασης. Το ηχητικό τοπίο δεν λειτουργεί ως μουσική επένδυση, αλλά ως προέκταση του «σπασμένου λόγου», των παύσεων, της πίεσης, της αναπνοής που επιβάλλει η γλωσσική ύλη του Müller. Αντίστοιχα, το σκηνικό περιβάλλον δεν αναφέρεται ρεαλιστικά σε έναν τόπο, διαμορφώνεται ως πεδίο εντάσεων που συνομιλεί με τη γλώσσα, ως χώρος που προκύπτει από αυτήν. Έτσι, στην «Αγγελία Θανάτου» το πρώτο και καθοριστικό ερώτημα είναι: ποια λειτουργία ενεργοποιεί το κείμενο στη σκηνή; Από ποια ενεργειακή σύγκρουση εκκινεί; Ποια ασυνέχεια το διαπερνά; Όλα ‒σώμα, ήχος, χώρος‒ αναδύονται ως φυσικά συστατικά αυτής της αρχικής, υλικής ανάγνωσης. Η παράσταση δεν «εικονογραφεί» τον Müller· παράγεται από τον τρόπο που το κείμενό του αποδομεί και παραδίδει τη σκηνή στη γλώσσα, στο σώμα και στο χρόνο.





Στην παράσταση χρησιμοποιούνται διαφορετικές γλώσσες. Ποιες σχέσεις εξουσίας αναπτύσσονται με την εισροή διαφορετικών γλωσσών σε μία παράσταση;


Η πολυγλωσσία σε μια παράσταση σημαίνει την παρουσία περισσότερων από μιας γλωσσών στο σκηνικό γεγονός: μέσα από τα πρόσωπα, το κείμενο, τον αφηγητή, τον ήχο ή τα ενσωματωμένα αποσπάσματα. Αποτελεί δυναμικό θεατρικό εργαλείο. Κάθε γλώσσα φέρει το δικό της ιστορικό και πολιτικό βάρος: μνήμες, τραύματα, συγκρούσεις, κοινωνικές ιεραρχίες. Η συνύπαρξή τους δημιουργεί ένα πεδίο όπου διαφορετικές ιστορίες και εξουσίες συναντιούνται, αναδεικνύοντας τις ανισότητες και τις εντάσεις που εμπεριέχει η καθεμία. Παράλληλα, η εναλλαγή γλωσσών διαμορφώνει τον ρυθμό και την ηχητική υφή της παράστασης, δημιουργώντας αντιθέσεις και μετατοπίσεις που επηρεάζουν τη σκηνική ατμόσφαιρα και τον τρόπο πρόσληψης από το κοινό. Η  πολυγλωσσία μπορεί επίσης να λειτουργήσει «αποστασιοποιητικά», όπως στον Μπρεχτ: η ξαφνική μετάβαση σε μια άλλη γλώσσα διακόπτει προσωρινά την «ομαλή» αφήγηση, επιτρέποντας στο θεατή να παρατηρήσει πιο κριτικά τις πολλαπλές διαστάσεις της παράστασης. Η αλλαγή γλώσσας παράγει νέα σημασιολογική δυναμική, καθώς η ίδια λέξη ή φράση αποκτά διαφορετικές αποχρώσεις και ηχητικές ποιότητες. Συνολικά, η πολυγλωσσία λειτουργεί ως σύνθετος μηχανισμός που ανοίγει την παράσταση σε διαφορετικές αναγνώσεις: αισθητικές, ιστορικές, πολιτισμικές,
κοινωνικές, πολιτικές. Εμπλουτίζει το θεατρικό γεγονός με ποικιλία φωνών και ήχων, αναδιαμορφώνει τις ερμηνείες των ηθοποιών και ενεργοποιεί το κοινό σε μια πιο συνειδητή σχέση με τη σκηνή.


Υπάρχει κάποια εξωτερική συγκυρία, κάποιο πραγματικό γεγονός που να πυροδότησε την ανάγκη σας να ανεβάσετε αυτό το έργο;


Δεν υπήρξε κάποιο εξωτερικό γεγονός που να λειτούργησε ως αφορμή για την επιλογή του συγκεκριμένου έργου. Η ανάγκη προέκυψε καθαρά για καλλιτεχνικούς λόγους: λόγω της γλώσσας του, της δομής του και της ιδιαίτερης ποιητικότητάς του.  Εκείνο που με συγκίνησε ήταν ο υπόγειος και σχεδόν ονειρικός τρόπος με τον οποίον το έργο συνδέει το τραύμα του αφηγητή με το συλλογικό τραύμα. Αυτός ο συνεχής διάλογος ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, μου φάνηκε μαγευτικός και ταυτόχρονα εξαιρετικά επίκαιρος. Ένιωσα πως μέσα από αυτή τη σχέση, και μέσα από μια υπέροχη γλώσσα, το κείμενο μιλά για το πώς ο καθένας από εμάς κουβαλά μέσα του ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη κι αν ζει μια φαινομενικά μικρή ή ασήμαντη καθημερινή ζωή. Αυτός ο ποιητικός μηχανισμός ‒όπου το ατομικό καθρεφτίζεται στο συλλογικό και το συλλογικό στο ατομικό, όπου η εσωτερική ζωή ανοίγεται και γίνεται σύμπαν‒ ήταν για μένα η πραγματική αφορμή. Ο τρόπος που το έργο συνδέει το μικρόκοσμο με το μακρόκοσμο του αφηγητή μου έδωσε ένα πλαίσιο για να δω πως η προσωπική εμπειρία δεν είναι κάτι κλειστό, αλλά μέρος ενός ευρύτερου, οικουμενικού κύκλου.

Επηρεάζει η ανατροφοδότηση του κοινού την αντίληψή σας για την παράστασή σας ή η αντίληψή σας για αυτήν είναι αδιαμεσολάβητη;



Η αντίληψή μου για την παράσταση δεν είναι ποτέ πλήρως αδιαμεσολάβητη· διαμορφώνεται μέσα από ένα διαρκές κύμα ανταλλαγής με το κοινό. Η ανατροφοδότηση ‒είτε λεκτική είτε μέσα από τη σιωπή, την ένταση, την προσοχή ή την αμηχανία του θεατή‒ λειτουργεί σαν καθρέφτης που αποκαλύπτει όψεις της δουλειάς μου που εγώ, μέσα στη δημιουργική διαδικασία, δεν μπορώ πάντα να διακρίνω. Δεν αλλάζει τον πυρήνα της πρόθεσής μου ούτε τα νοήματα που αποδίδονται στο έργο και στην παράσταση, αλλά επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τη ζωντανή της παρουσία: το ρυθμό της, την αναπνοή της, τον τρόπο που διαβάζεται στη στιγμή. Στο θέατρο, η παρουσία του κοινού δεν είναι απλώς ένα βλέμμα στραμμένο προς τη σκηνή, είναι μια ενέργεια που αντανακλάται πίσω σε εμάς. Κάθε ανάσα, κάθε παύση, κάθε συλλογική σιωπή ή ξαφνικό γέλιο γίνεται μέρος της παράστασης, σαν να υφαίνεται αόρατα μέσα της. Και μέσα από αυτή τη ζωντανή ανταλλαγή καταλαβαίνω πράγματα για το έργο που δεν θα μπορούσα ποτέ να δω μόνη, όσο ουσιαστικά κι αν το είχα δουλέψει στην πρόβα. Με αυτή την έννοια, η παράσταση αποκτά τη δική της ζωή μπροστά στο κοινό και εγώ οφείλω να την ακούω. Η ματιά μου παραμένει προσωπική, αλλά δεν είναι ποτέ απολύτως «καθαρή» από τη συνάντηση με κάθε θεατή ξεχωριστά ‒γιατί το θέατρο είναι, τελικά, μια τέχνη σχέσης.



INDEX  | AD HOC PRODUCTIONS TEAM   adhocproduction8@gmail.com